Συχνές λοιμώξεις

Σχέση λοιμώξεων και αλλεργίας

Πολλά παιδιά και ενήλικες που παρουσιάζονται για αλλεργιολογική εκτίμηση έχουν χρόνιες και υποτροπιάζουσες λοιμώξεις του ανωτέρου και κατώτερου αναπνευστικού.Οι αλλεργίες μπορεί να προδιαθέτουν τον ασθενή σε τέτοια συμπτώματα, γιατί η διόγκωση της ρινικής βλενογόνου (συνέπεια της αλλεργίας) προκαλεί απόφραξη των παραρινίων στομίων και των ευσταγχιανών σωλήνων και συνεπώς ευννοούν την ανάπτυξη λοιμώξεων του ανώτερου αναπνευστικού που μπορεί επίσης να οδηγήσει και σε προσβολή του κατώτερου αναπνευστικού.

Πάντως, κάποιος πρέπει να είναι ευαισθητοποιημένος στην πιθανότητα άλλων προβλημάτων εκτός αλλεργίας, περιλαμβανομένου του συνδρόμου της επίκτητης ανοσολογικής ανεπάρκειας (HIV) ή Epstein-Bar ιού (EBV), κυστικής ίνωσης, διαταραχή της δομής και λειτουργίας των κροσών του αναπνευστικού επιθηλίου, διαταραχές κατάποσης και πνευμονική εισρόφηση προκαλούμενη από ανατομικές ή φυσιολογικές ανωμαλίες και εισρόφηση ξένου σώματος.
Περιβαλλοντικοί παράγοντες όπως έκθεση σε κάπνισμα τσιγάρου, παιδικό σταθμό και ο αριθμός μελών της οικογένειας πρέπει να συνεκτιμηθούν.

Ορισμός υποτροπιάζουσων λοιμώξεων

Είναι δύσκολο να καθορίσει κανείς την ακριβή συχνότητα των λοιμώξεων που υποδηλώνουν αυξημένη ευαισθησία σε λοιμώξεις. Για παράδειγμα, χρόνιες και  υποτροπιάζουσες μέση ωτίτιδα είναι πολύ συχνές τα πρώτα 2 χρόνια της ζωής, αλλά μετά πέφτει σε συχνότητα.

Ωτίτιδες που αυξάνουν σε συχνότητα μετά την ηλικία των 2 χρόνων, ή συνοδεύονται από μαστοειδίτιδα, ή συνοδεύονται από λοιμώξεις σε άλλες περιοχές και ωτίτιδες που συμβαίνουν στα πλαίσια διαταραχής ανάπτυξης (failure to thrive) αυξάνουν την υποψία μιας ανοσοανεπάρκειας. Κατά παρόμοιο τρόπο, είναι ασυνήθιστο για ένα παιδί να έχει περισσότερο από ένα επεισόδιο πνευμονίας ανά δεκαετία ζωής, χρόνιας ιγμορίτιδας ή χρόνιας βρογχίτιδας.

Οδηγίες για την αναγνώριση παιδιών με αυξημένη ευαισθησία σε λοιμώξεις

– Περισσότερο από ένα επεισόδια πνευμονίας κάθε δεκαετία ζωής.
– Αυξημένη συχνότητα μέσης ωτίτιδας σε παιδιά μεγαλύτερα από 2 χρονών.
– Επιμένουσα μέση ωτίτιδα και έκκριση παρά ανοιχτούς πόρους τυμπανοστομίας.
– Επιμένουσα ιγμορίτιδα παρά την ιατρική και αν κρίνεται αναγκαίο, χειρουργική θεραπεία.

Σοβαρότητα λοίμωξης εκτός κοινότητας

– Πνευμονία με εμπύημα
– Βακτηριακή μηνιγγίτιδα, αθρίτιδα ή οστεομυελίτιδα
– Σήψη
– Μαστοειδίτιδα

Λοιμώξεις με ευκαιριακούς παθογόνους οργανισμούς

– Pneumocystis carinii πνευμονία
– Βλεννοδερματική καντιντίαση
– Διηθητική μυκητίαση
– Πολυομυελίτιδα σχετιζόμενη με εμβολιασμό
– Λοίμωξη BCG μετά από εμβολιασμό

Λοιμώξεις σε πολλαπλές ανατομικές θέσεις σε ανοσοανεπάρκεια

Έλλειψη άλλων επιδημιολογικών εξηγήσεων (για παράδειγμα παιδικού σταθμού, έκθεσης σε κάπνισμα τσιγάρου, περιβαλλοντικές αλλεργίες)
Ανατομικά ή φυσιολογικά χαρακτηριστικά που υποδηλώνουν συνδρομικό σύμπλεγμα.
Διαταραχή ανάπτυξης (failure to thrive).

ΚΛΙΝΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΝΟΣΗΜΑΤΩΝ με υποτροπιάζουσες λοιμώξεις

Αιτιολογικοί παράγοντες

1. Αλλεργίες και ανοσοανεπάρκειες

Ασθενείς με αλλεργιακά νοσήματα, ρινίτιδα ή / και άσθμα, συχνά έχουν συμπτώματα οξείας και χρόνιας ιγμορίτιδας. Είναι δύσκολο να διακρίνει κανείς συμπτώματα ή βλενοπυώδης έκκριση σε ασθενείς με ανοσοανεπάρκεια, σε σύγκριση με αυτούς που έχουν αλλεργική νόσο. Παρομοίως ακτινολογικά ευρήματα δεν βοηθούν στην διάκριση μεταξύ των δύο καταστάσεων .
Γενικά, ατοπικό ιστορικό κάνει την διάγνωση ανεπάρκειας αντισωμάτων λιγότερο πιθανή, γιατί η ικανότητα παραγωγής IgE αντισωμάτων συνήθως υποδηλώνει κανονική λειτουργία Β & Τ κυττάρων.

Υποτροπιάζουσα παραρινοπνευμονική λοίμωξη είναι η πιο συχνή αρρώστια που συνοδεύεται με εκλεκτική έλλειψη IgA αντισωμάτων. Ανεπάρκεια IgA και αλλεργία μπορεί επίσης να συσχετίζονται. Η πιο συχνές αλλεργικές παθήσεις σε ανεπάρκεια IgA ασθενείς είναι ρινο/ιγμορίτιδα, έκζεμα, επιπεφυκίτιδα και άσθμα.

2. Πρωτοπαθής νοσοανεπάρκεια

Οι πρωτογενείς ανοσοανεπάρκειες θεωρήθηκαν αρχικά σαν σπάνιες νόσοι, χαρακτηριζόμενες από σοβαρά συμπτώματα νωρίς στην ζωή.
Πάντως, είναι πλέον τώρα γνωστό ότι αυτές οι αρρώστιες δεν είναι τόσο ασυνήθεις όσο παλιότερα, η κλινική τους παρουσίαση είναι μερικές φορές ήπια και μπορούν να εμφανιστούν και στην εφηβική ή ενήλικη ζωή.

Ασθενείς με πρωτογενείς ανοσοανεπάρκειες μπορούν να παρουσιάσουν κλινικά ευρήματα ως ακολούθως:

Κλινικά χαρακτηριστικά ανοσοανεπαρκειών.

  1. Αυξημένη ευαισθησία σε λοιμώξεις.
  2. Χρόνιες / υποτροπιάζουσες λοιμώξεις χωρίς άλλη εξήγηση.
    Λοιμώξεις με οργανισμό χαμηλής επιθετικότητας (vivulence)
    Λοίμωξη ασυνήθιστης σοβαρότητας.
  3. Αυτοάνοση ή φλεγμονώδης νόσος.
  4. Κύτταρα στόχοι (για παράδειγμα αιμολυτική αναιμία, άνοση θρομβοκυτταροπενία, θυρεοειδίτιδα).
  5. Ιστοί στόχοι (για παράδειγμα ρευματοειδής αρθρίτιδα, αγγειϊτιδα, λύκος)
  6. Συνδρομικά συμπλέγματα

Παραδείγματα συνδρόμων ανοανεπάρκειας που αυξάνουν την ευαισθησία σε παραρρινοκολπίτιδες  και πνευμονολογικές λοιμώξεις

Αταξία τηλαγγειεκτασία, Σύνδρομο Di George, Σύνδρομο δυσκινησίας κροσών, Σύνδρομο υπερ-ΙgE,
Σύνδρομο Wiskott- Aldrich

Κυστική ίνωση

Η κλασσική παρουσίαση περιλαμβάνει χρόνιες / υποτροπιάζουσες παραρινοκολπίτιδες / πνευμονία που προκαλείται από Pseudomonas και staphylococcus, διάρροια με δυσαπορρόφηση και διαταραχή ανάπτυξης (Failure to thrive).

Δευτεροπαθείς ανοσοανεπάρκειες

Ανοσοανεπάρκεια μπορεί να συμβεί δευτερογενώς από άλλες νόσους ή φάρμακα. Πλήθος λοιμώξεων, ειδικά ιοί μπορεί να προκαλέσουν είτε παροδικές ή μακροχρόνιες ανωμαλίες της χημικής και / η κυτταρικής ανοσίας. Τέτοιοι ιοί περιλαμβάνουν HIV, ιλαρά & EBV ανάμεσα σε άλλους.

Κακή διατροφή ή δυσαπορρόφηση μπορεί να προκαλέσουν υπογαμμασφαιριναιμία και ελαττωμένη κυτταρική ανοσία. Στεροειδή και χημειοθεραπευτικοί παράγοντες είναι ανοσοκατασταλτικά. Θεραπεία με φενυντοϊνη έχει συνοδευτεί με δευτεροπαθή ανεπάρκεια ΙgA. Μετατραυματική στην εκτομή, ή η αυτοσπληνεκτομή που συμβαίνει σε μικρή ηλικία σε δρεπανοκυτταρική αναιμία, οδηγεί σε αυξημένο ρίσκο σήψης.

Ευαισθησία σε λοιμώξεις εξαρτάται από την δευτερογενή ανοσοανεπάρκεια που προκαλείται από αυτούς τους οργανισμούς – ασθενείς με επίκτητη διαταραχή χημικής ανοσίας βρίσκονται σε αυξημένο ρίσκο λοιμώξεων με περιβαλλόμενα από κάψα (eucapsulated) βακτήρια και εντεροϊούς, ενώ άρρωστοι με επίκτητη ανεπάρκεια κυτταρικούς ανοσίας βρίσκονται σε ρίσκο λοιμώξεις από βακτήρια ιούς και μύκητες.

ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΗ ΔΙΕΡΕΥΝΗΣΗ ανοσοανεπαρκειών

Ο τύπος των λοιμώξεων και άλλα συμπτώματα, εστιάζουν την εργαστηριακή διερεύνηση σε ειδικά τμήματα του ανοσοποιητικού συστήματος και καθοδηγούν την κλινική απόφαση για την διενέργεια των εργαστηριακών τεστς

Τύπος νοσημάτων που συνοδεύονται με πρωτογενή ανοανεπάρκεια

Παραρινοπνευμονική λοίμωξη (πυογενή, περικαψικά βακτήρια)
Γαστροεντερική λοίμωξη (εντεροϊοί, Giardia) Αυτοάνοσα (αυτοαντισώματα, φλεγμονώδης νόσος εντέρου)
Κυτταρική ανοσία – Πνευμονία (πυογενή βακτήρια pneumocushs carinii, ιοί)
Γαστροεντερική (ιοί)
Δέρμα, βλεννογόνοι (μύκητες)
Συμπλήρωμα- Σήψη και άλλα αιματογενώς μεταδιδόμενα
Βακτήρια (Streptococcus, Pneumococcus, Neisseria) Αυτοάνοσα (λύκος, σπειραματονεφρίτιδα)
Φαγοκυττάρωση: Δέρμα, δικτυονδοθηλιακό σύστημα, αποστήματα (Staphylococcus, εντερικά βακτήρια, μύκητες, μυκοβακτήρια)

Διερευνητικά εργαστηριακά τέστς ανοσοανεπάρκειας

Αντίσωμα -ποσοτικός προσδιορισμός ανοσοσφαιρινών
(IgG, IgA, IgM)
Ανταπόκριση αντισωμάτων σε εμβολιασμούς- λειτουργική ανταπόκριση
Μέτρηση Β κυττάρων (CD 19, CD20)

Κυτταρικού τύπου ανοσία: Μέτρηση λεμφοκυττάρων

Μέτρηση Τ κυττάρων (CD3, CD4, CD8)
Μέτρηση ΝΚ κυττάρων (CD 16, CD 56)
Ορολογικός έλεγχος HIV
Καθυστερούμενου τύπου αντίδραση Υπερευαισθησίας.

Συμπλήρωμα Ολικό αιμολυτικό συμπλήρωμα (CH50)

Φαγοκυττάρωση Μέτρηση ουδετερόφιλων
Κυτταρομετρία ροής

Εξέταση περιφερειακού αίματος για την διάγνωση συχνών λοιμώξεων

Η γενική αίματος είναι μια φτηνή και άμεσα διαθέσιμη εξέταση που παρέχει σημαντική διαγνωστική πληροφορία.
Ουδετεροπενία πιο συχνά συμβαίνει δευτερογενώς σε ανοσοκατασταλτικά φάρμακα, λοιμώξεις, κακή θρέψη ή αυτονοσία, αλλά μπορεί να είναι και το πρωτογενές πρόβλημα (συγγενής ή κυκλική ουδετεροπενία)
Σε αντίθεση, επιμένουσα ουδετεροφιλία είναι χαρακτηριστικά ανεπάρκειας προσκόλλησης λευκοκυττάρων και ανώμαλα κυτταροπλασματικά έγκλειστα ανακαλύπτονται στο περιφερειακό αίμα ασθενών με σύνδρομο Chediak-Higashi.

Το αίμα είναι πρωταρχικώς ένα «όργανο Τ κυττάρων» (50-70% περιφερειακών λεμφοκυττάρων είναι Τ κύτταρα ενώ όνο 5-15% είναι Β κύτταρα) Γι’αυτό το λόγο λεμφοπενία είναι μερικές φορές χαρακτηριστικό ανωμαλιών Τ κυττάρων, όπως η σοβαρή συνδυασμένη ανοσοανεπάρκεια ή το σύνδρομο Di George.

Θρομβοκυτοπενία μπορεί να συμβεί σαν συνέπεια ανοσοανεπάρκειας, αλλά είναι συχνά εκδήλωση του συνδρόμου Wiskott-Aldrich.

Εξέταση της μορφολογίας των ερυθρών αιμοσφαιρίων μπροεί να μας δώσει πληροφορίες της σπληνικής λειτουργίας. Σωμάτια Howell – Jolly μπορεί να βρεθούν στο περιφερειακό αίμα σε περίπτωση σπληνικής δυσλειτουργίας η ασπληνίας.

Εκτίμηση Χυμικής Ανοσίας (μέτρηση ανοσοσφαιρινών)

Μέτρηση επιπέδου ανοσοσφαιρινών ορού IgG, IgA και IgM είναι ένα σημαντικό διαγνωστικό τεστς για τρεις λόγους:
1. Περισσότερο από 80% ανοσοανεπαρκειών έχουν ανωμαλίες ανοσοσφαιρινών.
2. Σύνθεση ανοσοσφαιρινών απαιτεί την συνδυασμένη λειτουργία Β, Τ λεμφοκυττάρων & μονοκυττάρων παρέχοντας έτσι πληροφορίες για την συνολική κατάσταση του ανοσοποιητικού συστήματος.
3. Η μέτρηση ανοσοσφαιρινών είναι άμεσα διαθέσιμη, πολύ αξιόπιστη και σχετικά φτηνό τεστ.

Μια ένδειξη ανοσοανεπάρκειας είναι ένα χαμηλό – φυσιολογικό επίπεδο IgG σε ασθενείς με υποτροπιάζουσες λοιμώξεις. Σε αυτές τις περιπτώσεις είναι κριτικής σημασίας να διερευνηθεί η ανοσοσφαιρινική λειτουργία.
Επίπεδα αντισωμάτων σαν ανταπόκριση σε παιδικό εμβολιασμό με τοξίνη τετάνου ή συνεζευγμένη πρωτεΐνη, εμβόλιο αιμόφιλου, είναι συνήθως τα πιο εύκολα να μετρηθούν. Σε παιδιά άνω των 18-24 μηνών.

Είναι επίσης σημαντικό να μετρηθούν επίπεδα πολυσακχαριδικών αντιγόνων γιατί αυτή η ανταπόκριση μπορεί να είναι ελαττωματική σε ασθενείς που ανταποκρίνονται ομαλά σε πρωτεϊνικά αντιγόνα.

Επειδή τα αντιγόνα της ΑΒΟ ομάδας αίματος είναι πολυσακχαρίδες, ποσοτική μέτρηση τίτλων ισοαιμαγλουτινίνης (συνήθως τύπου IgM) μπορεί να διερευνήσει αντιπολυσακχαριδικά αντισώματα.
Ο ρόλος μέτρησης των υποκλάσεων IgG είναι αμφισβητούμενος. Η σημασία της ανεπάρκειας IgG υποκλάσεων, στην παρουσία φυσιολογικής ανταπόκρισης σε πρωτεϊνικά και πολυσακχαριδικά αντιγόνα δεν είναι γνωστή.

Εκτίμηση κυτταρικής ανοσίας (κυτταρομετρία ροής)

Έμμεση πληροφόρηση σχετικά με την λειτουργία Τ κυττάρων μπορεί να αποκτηθεί με αρίθμηση περιφερειακών Τ λεμφοκυττάρων με μονοκλονικά αντισώματα με την μέθοδο της κυτταρομετρίας ροής (αντι – CD2 ή CD3 για ολικά Τ κύτταρα, αντι – CD4 για Τ helpers και αντι – CD8 για κυτοτοχικά κύτταρα).
Καθυστερημένου τύπου υπερευαισθησία (DTH) δερματικό τεστ με ένα panel αντιγόνων είναι ένα εξαιρετικό τεστ για μεγαλύτερα παιδιά και ενήλικες.
Το τεστ πραγματοποιείται με ενδοδερμική εφαρμογή PPD, Canclida albicans & mumps. Tetanus toxoid & trichophyton αντιγόνα μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν. Το σημείο της ενέσεως ελέγχεται για την παρουσία σκλήρυνσης 48-72 ώρες μετά την χορήγηση του αντιγόνου. Θετικό τεστ χαρακτηρίζεται από σκλήρυνση τουλάχιστον 2mm.
H πλειοψηφία των ανοσοικανών ανθρώπων θα παρουσιάσει DTH αντίδραση σε ένα τουλάχιστον από τα τρία αντιγόνα. Έλλειψη αντίδρασης σε όλα τα τρια είναι ενδεικτικό ανεργίας. Συγγενείς ανεπάρκειες Τ κυττάρων, καρκίνος, ιογενή νοσήματα (HIV) και ανοσοκατασταλτική θεραπεία μπορεί να αποτελέσουν αίτια έλλειψης DTH αντίδρασης.

Εκτίμηση συμπληρώματος

Οι περισσότερες από τις γενετικά προσδιοριζόμενες ανεπάρκειες του συμπληρώματος μπορούν να ανιχνευτούν με την μέτρηση του ολικού αιμολυτικού συμπληρώματος (CH50)

Εκτίμηση φαγοκυττάρων

Διαταραχές όπως συγγενείς ακοκκιωμάτωση ή κυκλική ουδετεροπενία που χαρακτηρίζονται από ανεπάρκεια φαγοκυτταρικού αριθμού κυττάρων, μπορούν εύκολα να ανιχνευτούν χρησιμοποιώντας τον αριθμό των λευκοκυττάρων και τύπου. Πέρα από αυτό, προσδιορισμός της φαγοκυτταρικής λειτουργίας είναι μια σχετικά εξειδικευμένη διεργασία γιατί εξαρτάται από πλήθος in vitro τεστς, περιλαμβανομένης μέτρησης άμεσης κυτταρικής κινητικότητας (χημοταξία), καταστροφής (φαγοκυττάρωση) και ενδοκυτταρικού θανάτου.
Τέλος, η πιο συχνή από τις λειτουργικές διαταραχές φαγοκυττάρων, η χρόνια κοκκιωματώδης νόσος, μπορεί να ανιχνευτεί χρησιμοποιώντας την μέθοδο κυτταρομετρίας ροής διϋδροροδαμίνη – 123 ή DHR.


Ωράριο λειτουργίας

Ιατρείο Κηφισιάς

Αιμοδιάγνωση MED, 210-8075448
Χαριλάου Τρικούπη 197 Κηφισιά 14564

Τρίτη 13:00 με 16:00

Ιατρείο Αθήνας

Doctor's Hospital, 210-8807000
Κεφαλληνίας 26, Αθήνα 11257

Πέμπτη 13:00 με 16:00

Ιατρείο Γλυφάδας

Mediterraneo Hospital, 210-9117000
Ηλείας 8, Γλυφάδα 16675

Κατόπιν ραντεβού

Ιατρείο Αμαρουσίου

210-6100880
Αλαμάνας 3, 15125, Μαρούσι

Καθημερινώς 16:00 με 21:00 εκτός Πέμπτης
Όπισθεν Ιατρικού Κέντρου, στη διασταύρωση της Αττικής Οδού (έξοδος 11) με τη Λ. Κηφισίας

Ιατρείο Αμπελοκήπων

Βιοκλινική Αθηνών, 210-6962600
Γερουλάνου 15, Αθήνα 11524

Πέμπτη 16:00 με 18:00
Πλησίον εξόδου metro Πανόρμου

Πρωινά και Σάββατο πρωί δεχόμαστε επισκέψεις στο Ιατρείο Αμαρουσίου κατόπιν ραντεβού.

Για επείγοντα περιστατικά καλέστε: 6979683589

  • Τηλέφωνο: 210 6100880

  • Κινητό: 6979 683589

  • E-mail: [email info@athensallergy.gr]

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αλλαγή Χρώματος